Με ασυνήθιστα χαμηλές προπωλήσεις κάνει άνοιγμα στο Ηνωμένο Βασίλειο το ντοκιμαντέρ «Melania», προκαλώντας ερωτήματα στον κινηματογραφικό χώρο για τη σκοπιμότητα και τους πραγματικούς στόχους της διανομής του. Παρά το υψηλό budget, τη μεγάλη καμπάνια και την ευρεία κυκλοφορία, το ενδιαφέρον του κοινού εμφανίζεται εξαιρετικά περιορισμένο.
Στο Λονδίνο, για την πρεμιέρα της Παρασκευής 30 Ιανουαρίου 2026 στη flagship αίθουσα της Vue στο Ίσλινγκτον, είχε πουληθεί μόλις ένα εισιτήριο για την απογευματινή προβολή των 3.10 μ.μ., ενώ για την επόμενη προβολή των 6 μ.μ. είχαν κρατηθεί μόνο δύο θέσεις. Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και σε άλλες πόλεις, με πολλές προβολές να εμφανίζουν σχεδόν μηδενική ζήτηση.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Vue, Τιμ Ρίτσαρντς, παραδέχτηκε ότι οι πωλήσεις είναι «soft», αποκαλύπτοντας παράλληλα ότι η επιλογή προβολής της ταινίας προκάλεσε αντιδράσεις από το κοινό, με παράπονα μέσω email. Τόνισε ωστόσο ότι, εφόσον ένας τίτλος έχει λάβει έγκριση από το BBFC, η αλυσίδα κινηματογράφων οφείλει να τον προβάλλει, χωρίς να λειτουργεί ως μηχανισμός λογοκρισίας.
Ιδιαίτερη συζήτηση έχει προκαλέσει η κλίμακα της διανομής. Σύμφωνα με τον Guardian, το «Melania» προγραμματίζεται να προβληθεί σε περισσότερες από 100 αίθουσες στο Ηνωμένο Βασίλειο, αριθμός ασυνήθιστα υψηλός για ντοκιμαντέρ. Το γεγονός αυτό αυξάνει τον κίνδυνο εξαιρετικά χαμηλού μέσου όρου εισιτηρίων ανά οθόνη, στοιχείο που αποτυπώνεται αρνητικά στα παραδοσιακά box office metrics.
Στο πλαίσιο αυτό, στελέχη της αγοράς κάνουν λόγο για πιθανή εφαρμογή της πρακτικής του four-walling, κατά την οποία οι διανομείς εξασφαλίζουν προβολές πληρώνοντας σταθερό αντίτιμο στις αίθουσες, ανεξάρτητα από τη ζήτηση. Σε ένα τέτοιο σενάριο, στόχος δεν είναι τα έσοδα από τα εισιτήρια, αλλά η καταγραφή ευρείας κυκλοφορίας, η ενίσχυση της ορατότητας και η διευκόλυνση της πορείας της ταινίας σε μεταγενέστερες πλατφόρμες.
Το ντοκιμαντέρ είναι παραγωγή της Amazon MGM Studios, με τη συμφωνία για τα δικαιώματα να εκτιμάται στα 40 εκατ. δολάρια, ενώ το κόστος προώθησης φέρεται να ανέρχεται επίσης σε δεκάδες εκατομμύρια. Η ταινία παρακολουθεί τη Μελάνια Τραμπ στις 20 ημέρες πριν από την ορκωμοσία του Ντόναλντ Τραμπ τον Ιανουάριο του 2025, πλαισιωμένη από έντονη πολιτική και επικοινωνιακή κινητοποίηση, όπως πρεμιέρα στο Kennedy Center και δημόσιες εμφανίσεις κυβερνητικών προσώπων.
Στις ΗΠΑ, οι προβλέψεις για το άνοιγμα παραμένουν αντικρουόμενες. Ορισμένες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για χαμηλές εισπράξεις, ενώ άλλες ανεβάζουν το πιθανό άνοιγμα κοντά στα 5 εκατ. δολάρια, ποσό που, ακόμη και στο αισιόδοξο σενάριο, θεωρείται μικρό σε σχέση με το μέγεθος της επένδυσης.
Στο δημόσιο διάλογο επανήλθε και το όνομα του σκηνοθέτη Μπρετ Ράτνερ, ο οποίος επιστρέφει σε μεγάλη παραγωγή μετά από χρόνια, ύστερα από καταγγελίες για σεξουαλική κακοποίηση το 2017, τις οποίες ο ίδιος έχει αρνηθεί. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με την πολιτική φόρτιση του πρότζεκτ, φαίνεται να συνέβαλε στην ψυχρή υποδοχή.
Ο Guardian, το Reuters και το WIRED κατέγραψαν την εικόνα των προπωλήσεων ως ενδεικτική μιας ασυνήθιστα χαμηλής απήχησης, με το «ένα εισιτήριο» της λονδρέζικης πρεμιέρας να γίνεται σύμβολο μιας κυκλοφορίας που, μέχρι στιγμής, μοιάζει δυσανάλογη με τον θόρυβο και την επένδυση που τη συνοδεύουν.
